Μύκονος, η ξελογιάστρα των Κυκλάδων

 

Η ντίβα του ελληνικού καλοκαιριού συγκεντρώνει περίπου 2.000.000 τουρίστες το χρόνο συναγωνιζόμενη παγκόσμιους jet set προορισμούς. Λαμπερή, όπως η λάμψη των διαμαντιών στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων στα Ματογιάννια, η Μύκονος αποτελεί τη βιτρίνα της Ελλάδας και όπως δηλώνει ο δήμαρχος της Κωνσταντίνος Κουκάς "είμαστε σε μια διαρκή προσπάθεια  πρωτίστως για να καταστήσουμε τη Μύκονο βιώσιμη για όλους τους κατοίκους της 365 ημέρες το χρόνο".


Χωρίς αμφιβολία η Μύκονος είναι ένα νησί μύθος. Οι παλιοί θυμούνται ακόμα ιστορίες με γαλαζοαίματους και διάσημα ονόματα που τα έπιναν στα σοκάκια παρέα με τη Σοράγια και τη Μελίνα Μερκούρη και μετά κατέληγαν όλοι μαζί στην παραλία της Παράγκας τραγουδώντας Χατζηδάκι γύρω από αναμμένες φωτιές. Στις μέρες μας η μαζική συρροή των επισκεπτών ενοχλεί πλέον την ελίτ, που έχει αποτραβηχτεί σε υπερπολυτελή σπίτια και σουίτες πεντάστερων ξενοδοχείων.

Μυθολογία
Ο κλασικός μύθος θέλει τους Γίγαντες, που εξόντωσε ο Ηρακλής κατά τη Γιγαντομαχία, θαμμένους κάτω από τους επιβλητικούς βραχώδεις σχηματισμούς της Μυκόνου. To όνομά της φαίνεται να δηλώνει το "σωρό λίθων" ή τον "πετρώδη τόπο". Κατά μία μεταγενέστερη παράδοση, το νησί συνδέεται με τον ήρωα Μύκονο, γιο του βασιλιά της Δήλου Άνιου, που ήταν με τη σειρά του γιος του Απόλλωνα και της νύμφης Ροιούς - απογόνου του Διονύσου.

Κάρες και Φοίνικες λέγεται ότι ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Μυκόνου, αλλά οι Ίωνες από την Αθήνα ήταν αυτοί που εγκαταστάθηκαν και κυριάρχησαν στο νησί γύρω στο 1000 π.Χ., διώχνοντας τους προηγούμενους. Αναφέρεται ότι στο φτωχό, αν και γεωργικό νησί, υπήρχαν δύο πόλεις, στις οποίες στάθμευσαν ο Δάτις κι ο Αρταφέρνης το 490 π.Χ. Πρόσωπα λατρείας αποτελούσαν κυρίως ο Διόνυσος, η Δήμητρα, ο Δίας, ο Απόλλων, ο Ποσειδώνας κι ο Ηρακλής, ενώ πέρασε από τα χέρια των Ρωμαίων σ’ εκείνα των Βυζαντινών και αντίστοιχα υιοθετήθηκαν οι θρησκευτικές τους συνήθειες. Οι τελευταίοι εκτέλεσαν έργα για την άμυνα, κατά των Αράβων πειρατών, τον 7ο αιώνα και διατήρησαν το νησί υπό τη διοίκησή τους μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα.

Μετά τη θλιβερή κατάληξη της Δ' Σταυροφορίας σε βάρος του Βυζαντίου, το 1204, το νησί παραχωρείται στους Ανδρέα και Ιερεμία Γκίζι (συγγενείς του Δόγη Δάνδολου). Το 1292 φαίνεται να λεηλατείται από Καταλανούς και αφήνεται στον άμεσο έλεγχο των Βενετών από τον θνήσκοντα τελευταίο Γκίζι, το 1930. Έκτοτε, απετέλεσε ενιαία ενετική εδαφική κτήση με την Τήνο. Κατά τη διάρκεια της επικυριαρχίας των Βενετών, καταστρέφεται από το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα, ναύαρχο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, στα 1537. Επί Οθωμανών, υπάγεται στη δικαιοδοσία του αρχηγού του Οθωμανικού στόλου, του Καπουδάν Πασά και σχεδόν αυτοδιοικείται κατά το σύστημα της εποχής, έχοντας βοεβόδα και επιτρόπους, που προσπαθούν όπως μπορούν να κρατήσουν ίσες αποστάσεις από Τούρκους και Βενετούς (οι τελευταίοι αποσύρονται οριστικά από την περιοχή με την παράδοση της Τήνου στους Οθωμανούς, το 1718.

Ο πληθυσμός της Μυκόνου, ο οποίος κυμαίνεται κατά κανόνα τη νεότερη περίοδο ανάμεσα σε 2.000 και 5.000 ψυχές, ενισχύθηκε περισσότερες από μία φορές από πάροικους, προερχόμενους από την  Κρήτη ή τα κοντινότερα νησιά Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Κίμωλο και λοιπά. Κύρια αιτία, οι λιμοί και οι επιδημίες, ως επακόλουθα των συχνών πολέμων, μέχρι τα τέλη του 18ου - αρχές του 19ου αιώνα. Το νησί, λόγω γεωγραφικής θέσεως, αναδεικνύεται με σταθερό ρυθμό σε σημαντικό σταθμό ανεφοδιασμού για τα ξένα εμπορικά πλοία.

Οι Μυκονιάτες κατά την ίδια περίοδο, θεωρούμενοι καλοί ναυτικοί, επιδόθηκαν βαθμιαία με επιτυχία στη ναυτιλία και το εμπόριο, έχοντας δοκιμαστεί προηγουμένως κατάλληλα απέναντι στην πειρατεία. Πολλοί συμμετείχαν ενεργά στην εξέγερση των νησιών, γνωστή ως «Ορλωφικά» (1770 – 1974), που κατέληξε ευτυχώς σε όφελος της Αικατερίνης Β΄ της Ρωσίας αλλά και των νησιωτών, κρίνοντας από τις ευνοϊκές για το ελληνικό εμπόριο συνθήκες που διαμορφώθηκαν την αμέσως επόμενη περίοδο.

Κατά την Επανάσταση του 1821, οι Μυκονιάτες οδηγούμενοι από την ηρωίδα του νησιού Μαντώ Μαυρογένους, γόνο ισχυρής αριστοκρατικής οικογένειας και μεγαλωμένη στην Τεργέστη με τις ιδέες του Διαφωτισμού, συμβάλλουν ενεργά στον Αγώνα. Αποκρούουν με ζήλο μία επίθεση μοίρας του Τουρκικού στόλου το έτος 1822 και συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα με τέσσερα εξοπλισμένα πλοία, δύο εξ’ αυτών ανέλαβε να συντηρεί με ίδια έξοδα η Μαντώ, εξανεμίζοντας μία σημαντική πατρογονική περιουσία.

Με την σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, η Μύκονος βλέπει να αναγεννιέται, στα κοινωνικά της όρια, μία δυναμική αστική και μικροαστική τάξη. Καλλιεργεί ιδιαίτερους δεσμούς με τη νότια Ρωσία, κυρίως με την Οδησσό και τις πόλεις της Κριμαίας, το Λιβόρνο της Ιταλίας και τη Μασσαλία της Γαλλίας, την Αλεξάνδρεια, την Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, αλλά και με την ανερχόμενη Σύρο. Η πλήρης επικράτηση όμως της τεχνολογίας του ατμού, προς τα τέλη του 19ου αι., και η διάνοιξη της Διώρυγας της Κορίνθου, το 1904, της αφαίρεσαν πολλή από τη δραστηριότητά της, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι Μυκονιάτες να ξενιτευτούν σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Ορισμένοι στο εξωτερικό, αρχικά στη Ρωσία μέχρι τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και ύστερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και περισσότεροι στα νέα αστικά κέντρα του εσωτερικού όπως ο Πειραιάς και η Αθήνα. Δημογραφική ανάκαμψη θα παρατηρηθεί πάλι μετά τα πρώτα οικονομικά σκιρτήματα του Τουρισμού, τη δεκαετία του ’30, και στη συνέχεια την καθιέρωσή του ως τη βασική εμπορική υπηρεσία του νησιού.

Αξιοθέατα
Τη Μύκονο δεν μπορείς να την συνηθίσεις γιατί αλλάζει διαρκώς. Ξενοδοχεία του ονείρου με ελικοδρόμια, πισίνες με υποβρύχια ηχεία, πριβέ παραλίες, shopping στις μπουτίκ που διαθέτουν τις μεγαλύτερες φίρμες του πλανήτη -μέχρι βραζιλιάνικα παπούτσια με άρωμα καραμέλας. Ξεκινώντας τη βόλτα μας στα αξιοθέατα σταματάμε στο Δημαρχείο του νησιού. Είναι ένα κομψό, πρώιμου νεοκλασικού στυλ, διώροφο κτίριο του 1780 με κεραμοσκεπή που κατασκευάστηκε κατά την μετά τα Ορλωφικά περίοδο για να αποτελέσει την έδρα του Ρώσου Γενικού Πρόξενου του Αρχιπελάγους. Περιήλθε όμως μερικά χρόνια αργότερα στη δικαιοδοσία της Κοινότητας (του τοπικού οργάνου αυτοδιοίκησης του νησιού που λειτουργούσε πριν από την Επανάσταση), για να στεγάζει μέχρι σήμερα τα γραφεία του Δήμου Μυκόνου.

Δίπλα του, το λιτό και επιβλητικό κτίριο "του Μαύρου" υπήρξε το πρώτο δημόσιο σχολείο της Μυκόνου, που χτίστηκε επί Οθωνα (1859) σε σχέδια του Βαυαρού μηχανικού Βάιλερ, με ευδιάκριτα τα ρομαντικά στοιχεία.

Η "Μικρή Βενετία": Mεταξύ Κάστρου και Σκάρπας είναι η γραφική γειτονιά που με τα πολύχρωμα μπαλκόνια της και τα ξύλινα "μπουντιά" κρέμεται – θαρρείς – πάνω από τη θάλασσα. Μπορεί να απολαύσει κανείς από εδώ ένα από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα της Ελλάδας.

Μύλοι: Ίσως ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της Μυκόνου οι Μύλοι. Οι πλέον φωτογραφημένοι είναι οι μύλοι που βρίσκονται στα νότια της Χώρας, μεταξύ της γραφικής Αλευκάντρας και της συνοικίας του Νιοχωρίου και εντυπωσιάζουν κάθε επισκέπτη με τους ολόλευκους επιβλητικούς όγκους τους στη σειρά, προσανατολισμένοι στο πέλαγος. Η ύπαρξη των ανεμόμυλων στη νησιωτική Ελλάδα χρονολογείται στις αρχές του 15ου αιώνα. Αργότερα, κατά τα τέλη του 18ου αιώνα έως τα μέσα του 19ου αιώνα, είναι διαπιστωμένο ότι λειτουργούσαν στη Μύκονο 28 ανεμόμυλοι. Εκτός από τη Χώρα, ανεμόμυλοι λειτουργούσαν και στην Άνω Μερά. Γενικότερα, η υψηλή συχνότητα ανέμων στη Μύκονο ευνόησε κατά την περίοδο αυτή την επιχείρηση άλεσης αλλά και εμπορίας σιτηρών. Η ιδιοκτησία των μύλων ήταν συνήθως συνεταιριστική. Οι ιδιοκτήτες τους ήταν εύποροι κτηματίες, έμποροι, ναυτικοί κ.λ.π., δηλαδή ήταν άνθρωποι που κατείχαν ισχύ και εξουσία σε κάθε τοπική κοινωνία. Μύλοι ανήκαν επίσης και στα Μοναστήρια, όπως στην Παναγία Τουρλιανή, κυρίως ως αποτέλεσμα δωρεών. Προς το τέλος της λειτουργίας των μύλων, στα μέσα του 20ου αιώνα, αρκετοί ιδιοκτήτες μύλων γίνονταν μυλωνάδες.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τη δημοτικότητα του ανεμόμυλου στις Κυκλάδες, γιατί οι Κυκλάδες είναι από τις πιο ανεμοδαρμένες περιοχές της Μεσογείου και ιδιαίτερα η Μύκονος, όπου οι μέρες με απόλυτη άπνοια δεν υπερβαίνουν κατά μέσο όρο τις δέκα το χρόνο. Με τη βοήθεια του ανεμόμυλου, οι κάτοικοι κατάφεραν να εκμεταλλευτούν μια άφθονη πηγή ενέργειας, τον άνεμο, και να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους στις μικρές και απομακρυσμένες κοινότητες που ζούσαν. Επιπρόσθετα, κατά την περίοδο εκείνη, το αλεύρι ήταν το βασικότερο συστατικό της διατροφής τους, με αποτέλεσμα ο μύλος να διευκολύνει την διαδικασία αλέσματος των σιτηρών.

Σήμερα, διατηρούνται οι επτά από τους δέκα (στο σύνολο του νησιού ξεπερνούσαν άλλοτε τους είκοσι), που υπήρχαν ως τις αρχές του 20ου αιώνα και άλεθαν με την αστείρευτη δύναμη του βοριά τα ντόπια σιτηρά. Ένας τέτοιος μνημειακός φούρνος που λειτουργεί πάντοτε με ξύλα, είναι ο γνωστός ‘’ Φούρνος του Γιώρα’’ στο Νιοχώρι.

Μύλος του Μπόνη: Ο μύλος αυτός χτίστηκε πιθανότατα το 16ο αιώνα και αποτελεί έναν από τους γνωστούς «Απάνω Μύλους». Ανήκε κάποτε στην οικογένεια Μπόνη, όνομα με ρίζες κριτικές και ιταλικές.

Ο Μυκονιάτης ανεμόμυλος είναι μια λιθόχτιστη τριώροφη και κυλινδρική κατασκευή. Tο υπερυψωμένο ισόγειο χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και τη ζύγιση του σιτοκρίθαρου. Στον μεσαίο όροφο συγκεντρώνεται το αλεύρι, ενώ στον δεύτερο όροφο λειτουργεί το πανάρχαιο αλεστικό μηχάνημα. Ο ανεμοτροχός του ανεμόμυλου έχει 12 ξύλινες αντένες με ισάριθμα τριγωνικά πανιά.

Σπίτι Λένας: Το Σπίτι της Λένας είναι ένα μυκονιάτικο σπίτι του 19ου αιώνα και αποτελεί ένα από τα παραρτήματα του Λαογραφικού Μουσείου της Μυκόνου. Πήρε το όνομά του από την τελευταία ιδιοκτήτριά του, τη Λένα Σκριβάνου, και είναι μια μονώροφη οικοδομή του 19ου αιώνα μαζί με την παλιά επίπλωσή της, η οποία βρίσκεται στα Τρία Πηγάδια, στη Χώρα του νησιού. Λειτουργεί αυτόνομα, είναι ανοιχτό στο κοινό και μπορεί κανείς να πάρει μια γεύση από ένα τυπικό μεσοαστικό σπίτι της Μυκόνου του 19ου αιώνα. Η διάταξη του σπιτιού είναι χαρακτηριστική της εποχής του. Έχει μια μεγάλη σάλα μπροστά με κάμαρα στη μέση για τη στήριξη της οροφής και δύο μικρότερα δωμάτια στο βάθος. Ακόμα, υπάρχουν ένας βοηθητικός χώρος και δύο μικρές αυλές, στη μία από τις οποίες βρίσκεται ένα ομοίωμα περιστεριώνα. Η επίπλωση του σπιτιού είναι γενικότερα του 19ου αιώνα ή και παλαιότερη, παρόλο που έχει εμπλουτιστεί τόσο από τους δωρητές του όσο και από το Λαογραφικό Μουσείο με πιο σύγχρονα κομμάτια. Εκεί μπορεί να δει κανείς μια ενδιαφέρουσα συλλογή από ευρωπαϊκά και εγχώρια έπιπλα του 19ου αιώνα στην οργανική τους θέση, καθώς και χρηστικά και διακοσμητικά (κεντήματα, καθρέπτες, γκραβούρες κ.τλ.) κομμάτια της οικοσκευής.

Ενδιαφέροντα μικρά μνημεία βρίσκονται διάσπαρτα σε αγροτικές -έως πρότινος- περιοχές και στα Νότια της Χώρας: στο Δραφάκι (Πασπάρι) μπορεί κανείς να δει μερικά παλαιότατα αλλά καλά διατηρημένα επιπεδόστεγα ξωκκλήσια. Στη Βρύση αποκαλύφθηκε πριν από λίγα χρόνια ένας ασυνήθιστος για τις Κυκλάδες θολωτός τάφος της Μυκηναϊκής περιόδου, με πλούσιο και ενδιαφέρον περιεχόμενο, που μαρτυρεί τις ιδιαίτερες σχέσεις του νησιού με τα ελλαδικά μυκηναϊκά κέντρα. Στην ίδια περιοχή, θαυμάσιοι περιστερεώνες μέσα σε παλιούς κήπους, με τη χαρακτηριστική διακόσμησή τους.

Στη μυκονιάτικη ύπαιθρο σώζονται ακόμα τα ερείπια μερικών αρχαίων τετράγωνων ή στρογγυλών πύργων, που θα πρέπει να ανήκαν σε κάποιο αμυντικό σύστημα του νησιού: Ο πύργος στη Ληνώ, διαμέτρου 10μ. περ., διατηρεί τη βάση του σε ύψος 1,80 μ. περ., με ίχνη οχυρωματικού περιβόλου και δύο πρωτοχριστιανικά εκκλησάκια παραδίπλα. Ο πύργος στη θέση Πόρτες που δεσπόζει του Πλατύ – Γιαλού, με αρκετά μικρότερη διάμετρο (3,5μ.), εντυπωσιάζει με την διατηρούμενη πορτωσιά του που σχηματίζουν τρεις μεγάλοι λαξευμένοι γρανιτόλιθοι.

Επίσης, υπάρχουν αρχαία πηγάδια που χρησιμοποιούνται ακόμα, όπως το πηγάδι "του Γιάνναρου", μια υπόγεια δεξαμενή κτισμένη με γρανιτόλιθους και σκάλα για την κάθοδο στο νερό. Ένα άλλο πηγάδι, ο ‘Πούαδος’, με βαθμίδες στο πλάι να εξασφαλίζουν εύκολη πρόσβαση, διατηρείται κάτω από τον περιφερειακό δρόμο Τούρλου – Κόρφου, στο ύψος της Ταγκούς.

Εκκλησίες - Μοναστήρια
H Παραπορτιανή αποτελεί ένα ξεχωριστό αξιόλογο αρχιτεκτονικό σύμπλεγμα, στη δημιουργία του οποίου δεν συνέβαλε μόνο ο άνθρωπος, αλλά και ο χρόνος, που με τις τυχαίες φθορές που προκάλεσε, δημιούργησε ένα τελικό αποτέλεσμα ανεπανάληπτης αισθητικής.

 Η "Παραπορτιανή" πήρε το όνομά της από το γεγονός ότι βρίσκεται δίπλα στη μικρή Β.Δ. πύλη, "το παραπόρτι" του μεσαιωνικού τείχους της Μυκόνου. Στην πραγματικότητα αποτελεί διώροφο συγκρότημα πέντε (5) εκκλησιών, όπου οι τέσσερις από αυτές είναι στο ισόγειο και η μία υπερυψωμένη. Αυτή ακριβώς η εκκλησία είναι που φέρει και το όνομα της Παναγίας Παραπορτιανής. Δημιουργήθηκε σε πρώτη φάση κατά το διάστημα μεταξύ 16ου και 17ου αιώνα και η αρχιτεκτονική της μοναδικότητα, την έχουν αναδείξει σε σημαντικό μνημείο, όχι μόνο για τη Μύκονο, αλλά και για ολόκληρο το Αιγαίο. Είναι, με βεβαιότητα, ένα από τα πιο πολυφωτογραφημένα αξιοθέατα της Ελλάδας.

Πιο συγκεκριμένα, το συγκρότημα της Παραπορτιανής περιλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, πέντε μικρές εκκλησίες διατεταγμένες σε μια σύνθετης μορφής διώροφη οικοδομή - προϊόν της εξέλιξης των χρήσεων ενός ιδιάζοντος παλαιού κτιρίου μέσα σε μερικούς αιώνες. Βρίσκεται στη δυτική πλευρά του (ορθογώνιου) Κάστρου της Χώρας Μυκόνου. Αρχικά ήταν ο ορθογώνιος κεντρικός πύργος του και επιστεγάζει κατά ένα μέρος του τη μία από τις εξόδους του μεσαιωνικού φρουρίου προς την βραχώδη ακτή.

Οι πολλές και αξιοσημείωτες μεταβυζαντινές εκκλησίες της Χώρας, με ωραία αρχιτεκτονική, σημαντικές εικόνες και λεπτοδουλεμένα τέμπλα (περισσότερες από 70 συνολικά στην πόλη, έχουν πολλές κηρυχθεί από το ΥΠ.ΠΟ. ιστορικά διατηρητέα μνημεία). Ο μεγάλος αριθμός τους εξηγείται με τα πολλά τάματα και την παλαιά συνήθεια των Μυκονιατών να τοποθετούν στους τοίχους των εκκλησιών τα οστά των νεκρών τους.

Μονή Παναγίας Τουρλιανής: Ιδρύθηκε το 1542 σε θέση όπου προϋπήρχε παλαιά εκκλησία των Εισοδίων της Παναγίας. Στα 1757 – 1767 η μονή, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ανακαινίσθηκε από τον ιερομόναχο Ιγνάτιο Μπάσουλα και απέκτησε τη σημερινή της μορφή. Το αξιοθαύμαστο ξυλόγλυπτο ‘’μπαρόκ’’ τέμπλο του τρίκλιτου ναού, ο επισκοπικός θρόνος και ο άμβωνας (τέλη 18ου αι.) λέγεται ότι κατασκευάστηκαν στην Φλωρεντία, ενώ οι ωραίες εικόνες του τέμπλου ανήκουν στον αγιογράφο Ιωάννη "τον εκ Κερκύρας". Η αρχιτεκτονική του συγκροτήματος εντυπωσιάζει με την λιτή του μεγαλοπρέπεια τον επισκέπτη, που θα περιεργαστεί στην αυλή του την πλούσια ανάγλυφη διακόσμηση του μαρμάρινου κωδωνοστασίου και της βρύσης, χαρακτηριστικά δείγματα της παραδοσιακής μαρμαρογλυπτκής των Κυκλάδων. Στις συλλογές του μοναστηριού υπάρχουν πολλά παλιά εργαλεία και σκεύη, σημαντικά εκκλησιαστικά κειμήλια, αρχιερατικά άμφια, επίπλωση (ένας ξυλόγλυπτος επιτάφιος, αναλόγια κ.ά), μεταβυζαντινές εικόνες και διάφορα άλλα αφιερώματα. Γύρω από αυτήν την – πολύ σημαντική της οικονομίας άλλοτε – μονή έχει αναπτυχθεί ο σημερινός κυρίως οικισμός της Ανω Μεράς.

Μοναστήρι Παλαιόκαστρου: Πρόκειται για γυναικεία μονή του 18ου αιώνα, τυπικό δείγμα μοναστηριακής αρχιτεκτονικής των Κυκλάδων, που βρίσκεται στα βόρεια της Άνω Μεράς. Το όνομά της το οφείλει στον ομώνυμο γειτονικό λόφο ("Παλιόκαστρο") που στέφεται από μεσαιωνικό κάστρο (αρχαίο Βυζαντινό και στη συνέχεια ανακαινισμένο από τους Γκίζι). Είναι θεμελιωμένο επάνω σε εμφανή λείψανα αρχαίας οχύρωσης.

Στην περιοχή του αναγνωρίζεται η μια από τις δυο αρχαίες πόλεις της Μυκόνου. Μπορεί κανείς να δει μεταξύ άλλων στην ίδια περιοχή την εκκλησία του Αγ. Βλάσση με τον μεγάλο περιστερεώνα της και ένα ιδιότυπο προϊστορικό ταφικό μνημείο, αποτελούμενο από ένα μεγάλο γρανιτόλιθο που υψώνεται 3μ. πάνω από το έδαφος.

Μουσεία
Η Μύκονος διαμορφώνει μόδα στη γαστρονομία, το ντιζάϊν, τις υπηρεσίες, το clubbing, ακόμη και το μάρκετινγκ.  Αντλώντας έμπνευση από το ενεργειακό πεδίο των ερειπίων της Δήλου πως ήταν δυνατόν να υστερεί σε μουσειακούς χώρους;  Πλήθος Κινέζοι κι Ευρωπαίοι τουρίστες γεμίζουν σταδιακά τα στενά δρομάκια δημιουργώντας το αδιαχώρητο. Αναρωτιόμαστε, πόσοι θα αφιερώσουν λίγο χρόνο για μια επίσκεψη στη Δήλο ή στο πλήρως ανακαινισμένο αρχαιολογικό μουσείο;

Το κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Μυκόνου κτίστηκε το 1900-02 στο σημείο Καμνάκι, σε δεσπόζουσα θέση επάνω από το παλιό λιμάνι, για να στεγάσει αρχικά τα πλούσια ευρήματα του "Βόθρου της Καθάρσεως" του 5ου π.Χ. που αποκαλύφθηκε στη Ρήνεια το 1898 και των άλλων ταφών του νησιού.  Το αρχικό νεοκλασικό κτήριο πήρε τη σημερινή "νησιώτικη" μορφή του το 1934, ενώ το 1972 προστέθηκε η μεγάλη ανατολική αίθουσα.

Στο Μουσείο εκτίθεται μεγάλος αριθμός αγγείων προϊστορικών μέχρι υστεροελληνιστικών χρόνων (μέσα 3ης χιλιετίας - 1ος αιώνας π.Χ.), επιτύμβια αγάλματα, στήλες και τεφροδόχοι κάλπες από τη Ρήνεια και πολύ λίγα αγγεία από τη Μύκονο. Μεταξύ των συλλογών που περιλαμβάνει είναι επιτύμβια αγάλματα και στήλες του 2ου - 1ου αιώνα π.Χ., αγγεία των μέσων της τρίτης χιλιετίας π.Χ. - 1ου αιώνα π.Χ., ειδώλια του 2ου - 1ου αιώνα π.Χ., κοσμήματα και μικροαντικείμενα του 2ου - 1ου αιώνα π.Χ.

Η πλούσια συλλογή των αγγείων του είναι ιδιαίτερα αντιπροσωπευτική για την κυκλαδική κεραμική από την γεωμετρική εποχή έως στον 6ο π.Χ. αι. Εκτίθενται επίσης θαυμάσια μελανόμορφα και ερυθρόμορφα κεραμικά και άλλα ευρήματα, ταφικά ελληνιστικά ανάγλυφα κ.ά. γλυπτά.

Από τα ευρήματα της Μυκόνου εντυπωσιάζει ιδιαίτερα ο μεγάλος ‘Πίθος της Μυκόνου’ (πιθαμφορέας από τηνιακό εργαστήριο, του 7ου π.Χ. αι.), με τις πλούσιες ανάγλυφες παραστάσεις του από τον Τρωϊκό Πόλεμο, κατανεμημένες σε ζώνες (σε κεντρική σύνθεση παριστάνονται οι Αχαιοί πολεμιστές με τον Δούρειο Ίππο).

Λαογραφικό Μουσείο Μυκόνου: Βρίσκεται στη θέση Κάστρο, λίγα μέτρα μακριά από την περίφημη Παραπορτιανή και στεγάζεται σε παλιό διώροφο καραβοκυραίικο σπίτι. Περιλαμβάνει έξι κύριες αίθουσες που φιλοξενούν συλλογές παλαιών επίπλων, βυζαντινών εικόνων, λαϊκών κεραμικών, παλιών αναμνηστικών πιάτων και διακοσμητικών /ιστορικών. Επίσης συλλογή κεντημάτων και υφαντών, κλειδιών, μέτρων και σταθμών, ωραία συλλογή μοντέλων πλοίων κ.α. Υπάρχει επίσης ένα σημαντικό αρχείο χειρογράφων και εντύπων, φωτογραφιών, χαρτών καθώς και βιβλιοθήκη. 

Αγροτομουσείο: Ιδρύθηκε με αφορμή το 1ο Συμπόσιο Λαογραφικών Μουσείων της Ελλάδας, που πραγματοποιήθηκε στη Μύκονο το 1984. Ενσάρκωσε την ιδέα ενός υπαίθριου μουσείου και περιέλαβε ως εκθέματά του το μύλο του Μπόνη και κάποιες νεότερες αγροτικές εγκαταστάσεις στον περιβάλλοντα χώρο, όπως το αλώνι, ο περιστερώνας και ο φούρνος. Το αλώνι, ο μύλος και ο φούρνος είναι οι τρεις εγκαταστάσεις που για πολλούς αιώνες εξασφάλιζαν στο Μυκονιάτη το ψωμί, το βασικότερο στοιχείο της διατροφής του. Σκοπός του Αγροτομουσείου είναι να διασώσει και να συντηρήσει ζωντανό το στοιχείο της αγροτικής νησιωτικής Ελλάδας, το οποίο στην Μύκονο καλείται «χωριό». Επίσης, στο Αγροτομουσείο Μυκόνου μπορεί κανείς να δει ομάδες εργαλείων και μηχανημάτων από την προβιομηχανική ή πρωτοβιομηχανική εποχή, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην παραγωγή και την μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. 

Ναυτικό Μουσείο Αιγαίου: Στεγάζεται σε ένα παραδοσιακό κυκλαδίτικο κτήριο του 19ου αιώνα, στο κέντρο της Μυκόνου, στη θέση Τρία Πηγάδια. Το κτήριο αυτό ανήκε στον Νικόλαο Σουρμελή, ο οποίος με το εμπορικό πλοίο "ΕΝΩΣΙΣ" βοήθησε σημαντικά τους Κρητικούς στον αγώνα τους κατά των Τούρκων. Περιλαμβάνει ομοιώματα των κωπήλατων, ιστιοφόρων και ατμήλατων πλοίων που από την Προϊστορία έως τις μέρες μας όργωναν το Αιγαίο. Διαθέτει επίσης, πλούσια συλλογή χαρτών και άλλων χαρακτικών, αρχαίων νομισμάτων και σταθμών. Εκτίθενται ακόμα αμφορείς και όργανα πλοήγησης, ενώ στον κομψό κήπο του μπορεί να δει κανείς μια συλλογή αντιγράφων αρχαίων επιτύμβιων γλυπτών με θαλασσινά θέματα και τον πυργίσκο με τον μηχανισμό του φάρου του Αρμενιστή (1889). Στο μουσείο αυτό ανήκει και το παραδοσιακό σκάφος ‘’ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ’’ που φιλοξενείται τα καλοκαίρια στο παλιό λιμάνι.

Παραλίες
"Η Ελλάδα είναι μια χώρα δίπλα στη Μύκονο”.  Αυτό το γνωστό αμερικανικό ανέκδοτο περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τι εστί Μύκονος. Στις διάφανες γαλάζιες παραλίες της θα νιώσεις την απόλυτη φιέστα και θα αισθανθείς το γουορχολικό σύνδρομο της 15λεπτης δημοσιότητας. 

Οι ψαγμένοι του νησιού διαλέγουν τον Άγιο Σώστη. Εδώ το μαύρισμα γίνεται χωρίς το σημάδι από το μαγιό.

Απέραντη η παραλία στο Καλό Λιβάδι, οπότε εύκολο είναι να βρεις μια ήρεμη γωνιά να χαλαρώσεις. Αποτελεί ίσως την πιο πολυσύχναστη παραλία της Μυκόνου. Διαθέτει όμορφη αμμουδιά, ξενοδοχεία, εστιατόρια και πολύ τακτική συγκοινωνία. Αφετηρία της θαλάσσιας σύνδεσης, με λάντζες, με τις νότιες παραλίες: Παράγκα, Καλαμοπόδι, Πλιντρί, Αγράρι, Ελιά.
 
Λίγο βραχώδης και τα νερά της παγωμένα όμως διαθέτει και καταδυτική σχολή γιατί έχει πολύ ωραίο βυθό ανοιχτά της Λιάς. 

Paradise (Καλαμοπόδι): Ωραία και πολυσύχναστη παραλία, διάσημη από την εποχή των "χίπις". Μεγάλο camping και θαλάσσια σπορ. 

Ορνός: Απάνεμη παραλία στα νότια του Κόρφου, με τακτική συγκοινωνία, σημαντικό αριθμό ξενοδοχείων, εστιατορίων. Μικρό ψαρολίμανο και ιδανικό αγκυροβόλιο για σκάφη αναψυχής. Διαθέτει σχολή κατάδυσης. 

Αγία Άννα: Είναι δυο οι παραλίες με αυτό το όνομα. Εσύ να προτιμήσεις εκείνη που είναι κοντά στην Παράγκα. 

Super Paradise (Πλιντρί): Η διασημότερη παραλία του νησιού. Τα τρελά πάρτι στην παραλία, την έκαναν το σημαντικότερο πόλο έλξης του νεανικού κοινού.

Ψαρού: Όμορφη, κοσμική και οργανωμένη παραλία με σούσι στην ξαπλώστρα, θαλάσσια σπορ και σχολή καταδύσεων για να μυηθείτε στα μυστικά των βυθών και των καταδύσεων. 

Αγράρι: Μία ακόμα όμορφη παραλία του νησιού, πιο απομονωμένη, για όσους δεν αγαπούν την πολυκοσμία. 

Ελιά: Μια δημοφιλής παραλία του νησιού. Τελευταία στάση της θαλάσσιας συγκοινωνίας με λάντζες, που ξεκινούν από τον Πλατύ Γιαλό.  Με θέα την παραλία της Ελιάς όλα φαίνονται πιο όμορφα, πιο αισιόδοξα.

Άγιος Ιωάννης: Παραλία με μοναδική θέα στη Δήλο. Εδώ αφήνουμε τα πάντα στην άκρη και ξεκινάμε από την αρχή. Κάνουμε πρόποση στο μέλλον και ακριβώς την ώρα που ο ουρανός έχει ντυθεί με τις τελευταίες κόκκινες και μαβιές ακτίνες του ήλιου, υποσχόμαστε ότι θα επιστρέφουμε κάθε φορά που κλονίζεται η σχέση μας.

Κόρφος: Παραλία κατάλληλη για όσους αγαπούν το surfing, με βορινό προσανατολισμό.  

Φτελιά: Η αγαπημένη των surfers. Δυνατό γουίντ σερφ και αθλητικό πνεύμα, με έξοχες υποδομές φαγητού και ατμόσφαιρας, προσφέρει η ανεμοδαρμένη Φτελιά.  
 
Παραλία Λούλος: Η παραλία αυτή είναι μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά από τη γνωστή παραλία της Μυκόνου, Καλό Λιβάδι. 

Παραλία Φωκός: Από μακριά η ερημική αυτή παραλία σε γεμίζει από αποχρώσεις του μπεζ, του χρυσού και του γαλάζιου. Η χρυσή αμμουδιά, τα λίγα βότσαλα και τα καθαρά νερά θα σε γοητεύσουν, ενώ οι βράχοι και οι σπηλιές που την «αγκαλιάζουν», θα σου εξασφαλίσουν μια ήρεμη γωνιά για τις βουτιές σου. 

Η παραλία Χουλάκια είναι από τις λίγες παραλίες με βότσαλα της Μυκόνου, απέχει πέντε χιλιόμετρα από τη Χώρα και βρίσκεται στο βόρειο κομμάτι της.

Kάππαρη: Μικρή σχετικά παραλία, που προσφέρει ρομαντικά ηλιοβασιλέματα.

Γεύσεις
Mη φύγετε χωρίς να δοκιμάσετε κοπανιστή, το πικάντικο και πιπεράτο τυρί, μοσχομυριστή λούζα με μπαχάρι και θρούμπι,  κουλούρες και διπυρήτες (παξιμάδια) και ψητά αμυγδαλωτά που θυμίζουν κουραμπιέδες και έχουν έντονο το άρωμα του πικραμύγδαλου.

Δήλος
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που είχε ξεκινήσει, από το 1873, στη Δήλο η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας, είχαν αναδείξει από πολύ νωρίς την περιοχή στη συνείδηση της "ελίτ" των ανθρώπων που είχαν την άνεση και την επιθυμία να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. 
Όπως προαναφέρθηκε, ήδη από το 1930 αρκετοί διάσημοι επισκέπτονταν το νησί και ανακάλυπταν μαζί με τις εντυπωσιακές αρχαιότητες της Δήλου, τις δικές του σπάνιες χάρες. Διαβάστε περισσότερα για τη Δήλο, το "πλεούμενο νησί",  ΕΔΩ!

Με την αλματώδη ανάπτυξη της βιομηχανίας του τουρισμού στη νότια Ευρώπη μεταπολεμικά, η Μύκονος αφομοιώνει αποτελεσματικά τα νέα δεδομένα και, με την εργατικότητα, την αμίμητη φινέτσα και την επιχειρηματική αντίληψη των ανθρώπων της, διεκδικεί μια από τις πιο αξιοζήλευτες θέσεις στη διεθνή τουριστική αγορά. 

Αν αναρωτηθείτε τι ήταν αυτό που έκανε τη Μύκονο μούσα του διεθνούς τουρισμού πολυτελείας η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στις δαντελένιες ακτές της, ούτε στα κατάλευκα σπίτια. "Το κάτι περισσότερο που έχει η Μύκονος είναι οι Μυκονιάτες", είχε γράψει η Ελένη Βλάχου. Πάνω απ’ όλα, λοιπόν, ρόλο έπαιξαν οι ανοιχτόκαρδοι και ανοιχτόμυαλοι Μυκονιάτες που μοιράστηκαν τον τόπο τους χωρίς συμπλέγματα.  Στο ξεκίνημα της τουριστικής διαδρομής του νησιού έζησαν πολλά καινοφανή πράγματα χωρίς να δείξουν εχθρότητα ή συντηρητισμό. 

Σήμερα, ανάμεσα στις άλλες Κυκλάδες που κάποιες περιμένουν ακόμα να ανακαλυφθούν, η Μύκονος παραμένει μια ντίβα που αποπνέει σιγουριά. Άλλωστε έχει βρει το φάρμακο για το hangover με νότες καθημερινής πολυτέλειας, δημιουργίας και έμπνευσης. Έχοντας αυτό στο μυαλό σας κάντε κι εσείς ένα ταξίδι στη Μύκονο. Αξίζει να πάτε για τις ανεμοδαρμένες ερημικές παραλίες της, για την εμπειρία ζωής που αφήνει μια επίσκεψη στη Δήλο, για το ψάρεμα την αυγή και για τις βόλτες στην αμμουδιά τις νύχτες με πανσέληνο, για να αγγίξετε την ασπρόσκονη της καλής ζωής - έστω και μόνο για ένα Σαββατοκύριακο.

Προηγούμενο σχετικό άρθρο ΕΔΩ!