Σμύρνη, η πόλη του πόνου και του θρύλου

 

Ταξίδι στην πόλη του πόνου και του θρύλου, του σπαραγμού και της οδύνης. Οδοιπορικό στη Σμύρνη, όπου οι Τούρκοι έκαναν το παν για να αφανίσουν τις ελληνικές μνήμες.

Η Σμύρνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Μεσογείου, με συνεχή και έντονη ιστορική παρουσία για περισσότερο από 5.000 χρόνια. Η πόλη ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα από τους Αιολείς, στη συνέχεια κατακτήθηκε από τους Ίωνες τον 7ο αι. π.Χ., αλλά, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, στην περιοχή υπήρχε οικισμός από την 3η χιλιετία. Οι  Λύδιοι ακολουθούν έναν αιώνα μετά και οι Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που εμφανίζεται τον 4ο αι. π.Χ., οχυρώνουν την πόλη και βάζουν τις βάσεις για την εποχή της μεγάλης της ακμής, υλικής και πνευματικής, που έρχεται με τους Ρωμαίους.

Από το 1425 και μετά η πόλη περνά στον έλεγχο των Τούρκων, με ένα σύντομο διάλειμμα ελληνικής κατοχής, που ξεκινά το 1919 όταν ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει τη Σμύρνη στο πλαίσιο της Μικρασιατικής εκστρατείας και ολοκληρώνεται το 1922 με την φοβερή σφαγή.

«Η Σμύρνη έχει χάσει τον ίσκιο της, όπως τα φαντάσματα…», γράφει ο Σεφέρης. Όσα άφησε το 1922, η φωτιά και το μαχαίρι, σκεπάστηκαν με κολοσσιαία κτίρια. Μπλοκ πολυκατοικιών και συγκροτημάτων κάθε είδους και γούστου. Χύθηκαν εκατομμύρια τόνοι μπετόν, λες και θέλουν να κρύψουν την ενοχή, να εξαφανίσουν την μνήμη.  

Από το αρχαίο κάστρο του Καντιφέ Καλέ, του «βελούδινου λόφου», η πυκνοκατοικημένη σύγχρονη Σμύρνη, φαίνεται σε όλη τη σκληρή της πραγματικότητα. Το βράδυ όμως τα τραπέζια  στις βεράντες γίνονται περιζήτητα στα λιγοστά καφενεία της περιοχής, καθώς προσφέρουν το υπερθέαμα του ηλιοβασιλέματος στα νερά του Αιγαίου.

Στο βάθος το Κορδελιό. Μπροστά οι φτωχογειτονιές της παλιάς μουσουλμανικής περιοχής, η αρχαία αγορά, η γραμμή της προκυμαίας με το τελωνείο και την Πούντα, οι γειτονιές. Το Χίλτον ξεχωρίζει πάνω από την πόλη.

Τα τουρκάκια παραμονεύουν τους τουρίστες φορτωμένα ταβάδες γεμάτους φρέσκα κουλούρια- σιμίτ. Μερικές Αλεβίτισσες, γυναίκες από τα βάθη της Ανατολίας, γνέθουν το μαλί που βάφουν με χρώματα που παίρνουν από λουλούδια σε αυτοσχέδιους αργαλιούς.

Οι παλιές άμαξες των μπέηδων εκτελούν σήμερα δρομολόγια για τους τουρίστες στην παραλιακή λεωφόρο, προσθέτοντας κάποια νότα γραφικότητας στην τσιμεντοκρατούμενη πόλη.

Το κάστρο Καντιφέκαλε, το έκτισε ο Λυσίμαχος, ένας από τους στρατηγούς του Μ. Αλεξάνδρου, τον 4ο αιώνα π.Χ. στις πλαγιές του όρους Πάγος και ήταν «δώρο» του Μ. Αλεξάνδρου στους κατοίκους της πόλης για την υποστήριξή τους κατά τη διάρκεια των Περσικών Πολέμων. Από εκεί ψηλά , μπορεί κανείς να δει τη σύγχρονη πόλη, τυλιγμένη στα πέπλα της υγρασίας και στο ύποπτο χρώμα της αιθαλομίχλης. Απλώνεται κατά μήκος του κόλπου και ανηφορίζει στους γύρω λόφους, τους καταπράσινους άλλοτε, που μαζί με τον θαλασσινό πλούτο και το εμπόριο εξασφάλιζαν την ειδυλλιακή ζωή των Σμυρνιών.

To βόρειο τμήμα, από το απομακρυσμένο Κορδελιό και την παλιά ελληνική συνοικία, ως και την πλατεία Ελευθερίας στο μέσον της παραλίας, λίγα έχει να ζηλέψει η Σμύρνη από οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη της Δύσης. Ουρανοξύστες που στεγάζουν πολυεθνικές, ακριβά καταστήματα με τις πιο σύγχρονες φίρμες, τζιπ μεγάλου κυβισμού και θωρακισμένες Μερσεντές. Μια ευημερία πολύ ευδιάκριτη, έντονη. Φαρδιά και μεγάλη η λεωφόρος Ataturk Caddesi, το παλιό «Και», το Birinci Kordon, όπως το λένε οι ντόπιοι, και το παλιό «Παραλλέλι», ο παράλληλος δρόμος της, η Cumhuriet Bulvari ή Ikinci Kordon, οριοθετούν, όπως και τότε, το αριστοκρατικότερο κομμάτι της Σμύρνης.

Η πόλη αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο της Τουρκίας μετά την Κωνσταντινούπολη και την τρίτη σε πληθυσμό με 3.950.000 κατοίκους και περισσότερο ανεπτυγμένους κλάδους τη βιομηχανία τροφίμων, την τσιμεντοβιομηχανία και την κλωστοϋφαντουργία. Έχει πανεπιστήμιο από το 1955, ενώ σημαντική είναι η πνευματική και πολιτιστική δραστηριότητά της.

Στην προκυμαία η θάλασσα είναι σκέτος βούρκος. Στο παλιό λιμάνι, εκεί που βρίσκεται το Πασαπόρτ – βρίσκεται το παλιό τελωνείο, έργο του Γκούσταβ Αϊφελ (1884), που σήμερα χρησιμοποιείται από την Αστυνομία. Απέναντι είναι η πλατεία Δημοκρατίας, η «Τσουμχουριέτ Μεϊντάνι», με το μνημείο του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Το άγαλμα που παρουσιάζει τον Κεμάλ έφιππο με τη στρατιωτική στολή του να δείχνει το Αιγαίο, είναι έργο του ιταλού γλύπτη Pietro Canonica και  δημιουργήθηκε το 1932.

Στη θέση όπου βρισκόταν η ελληνική συνοικία σήμερα υπάρχει ένα τεράστιο άλσος και δίπλα γίνεται τα τελευταία χρόνια η «Φουάρ» η διεθνής έκθεση της Σμύρνης. Κάπου εκεί κοντά, σ ένα κυκλοφοριακό κόμβο φυτεμένο με γκαζόν υπάρχει ένα πελώριο σύγχρονο γλυπτό στη μέση, δείχνει τη θέση της Αγίας Φωτεινής, της παλιάς ονομαστής εκκλησίας των Ελλήνων, που καταστράφηκε.

Δεν ζουν πια Έλληνες στη Σμύρνη, την πόλη που ποτίζει ακόμα με φαρμάκι την εθνική μνήμη. Κάθε απομεινάρι ελληνικό περνάει απαρατήρητο. Κι όμως η Σμύρνη χρειάζεται σεβασμό και ευαισθησία, προσεκτική επισήμανση και της τελευταίας πέτρας  που ανήκε άλλοτε στον ελληνισμό. Κάθε άλλη αντιμετώπιση μοιάζει με ύβρη και βλασφημία.

Tα παλιά ελληνικά σπίτια είναι ελάχιστα. Τα καταλαβαίνει   όμως κανείς με την πρώτη ματιά. Επιβλητικά αρχοντικά, όπως το κτίριο του προξενείου μας στην παραλία, οικία του Θεόδωρου Καπετανάκη, δωρεά στο ελληνικό κράτος. Ένας Θεός ξέρει πως έμεινε σε ελληνικά χέρια μετά την καταστροφή. Γεμάτοι οι τοίχοι του με αντίγραφα αρχαίων ελληνικών παραστάσεων και εικόνες αγίων της Σμύρνης: ο Άγιος Βουκόλος, ο Άγιος Πολύκαρπος, πώς να σώθηκαν άραγε όλες αυτές;

Ονομαστά σχολεία, όπως η περίφημη Ευαγγελική Σχολή,το Κεντρικό Παρθεναγωγείο, οι 16 ορθόδοξοι ναοί, το νοσοκομείο του Αγίου Χαραλάμπους, το Βρεφοκομείο και το ορφανοτροφείο, φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, θέατρα, βιβλιοθήκες, ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, φαρμακεία και γιατροί,  η αθλητική και πολιτισμική δράση του «Πανιώνιου», του «Απόλλωνα» και άλλων γυμναστικών συλλόγων ήταν το καύχημα της Σμύρνης από τον 18ο αιώνα.

Το ελληνικό στοιχείο κυριαρχούσε στη βιομηχανία και το εμπόριο της Σμύρνης, μέχρι που η καταστροφή του 1922 κατέστρεψε άπαξ δια παντός την γοργή πρόοδο του ελληνικού στοιχείου και χάθηκε άδοξα ένας θαυμάσιος κόσμος με οράματα, δράση και προοπτική.

Κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπασμανέ στέκει ακόμα η πιο παλιά ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Βουκόλου.

Το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης βρίσκεται στο Πάρκο Μπαχρίμπαμπα στο Κονάκ, σε ένα τριώροφο κτίριο που καταλαμβάνει 5.000 τ.μ. και φιλοξενεί πάνω από 1.500 εκθέματα από το 5000 π.Χ. μέχρι τον 14ο αιώνα μ.Χ.

Πολύ κοντά βρίσκεται και το Εθνογραφικό μουσείο, που στεγάζεται σ ένα πέτρινο κτίριο του 19ου αι. και αναδεικνύει άψογα τα εκθέματά του, κυρίως μέσα από πειστικές αναπαραστάσεις σκηνών της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής των κατοίκων στους δυο προηγούμενους αιώνες.

Τουριστικό καύχημα της Σμύρνης είναι το Ασανσέρ,  ένας πύργος – ανελκυστήρας ύψους 40 μέτρων χτισμένος το 1907, προκειμένου να γεφυρωθεί η χαώδης υψομετρική διαφορά του κεντρικού δρόμου από τα παραπάνω οικοδομικά τετράγωνα. Διαθέτει και εστιατόριο που χορταίνει τους πελάτες με εξαιρετική θέα.

Το Χισάρ Τζαμί είναι το παλιότερο στην πόλη (1598) και αξίζει η επίσκεψη.

Η Ρωμαϊκή αγορά είναι ενδιαφέρουσα και κτίσθηκε από τον Μάρκο Αυρήλιο, πάνω στα ερείπια άλλης των ελληνιστικών χρόνων, ύστερα από σεισμό που έγινε το 178 μ.Χ.

Παλιά σπίτια στον περίφημο Φραγκομαχαλά που αναστηλώθηκαν προσεκτικά, δίνουν μιαν αμυδρή εικόνα της παλιάς γοητευτικής ζωής της πόλης. Περιστήλια, δωρικές κολόνες, ιδέες της Ευρώπης και ψιλοδουλειά της Ανατολής, υποδηλώνουν στις μέρες μας το πέρασμα των Ελλήνων από σπίτια – κομψοτεχνήματα.

Τα ελληνικά ακόμα ως σήμερα δεν έχουν ξεχαστεί στη Σμύρνη. Τα μιλάνε στα μαγαζιά, τα μιλάνε οι Τουρκοκρητικοί της ανταλλαγής που κλαίνε όταν θυμούνται την «πατρίδα».

Οι πόλεις αλλάζουν, τα κτίρια γκρεμίζονται, οι πληθυσμοί τους χάνονται. Ο χώρος όμως μένει πάντα ο ίδιος. Το φως της Ιωνίας, η θάλασσα.

Τυπικό ανατολίτικο παζάρι η αγορά της Σμύρνης, το Kemeralti. Στην πλατεία δεσπόζει το 25 μέτρων ρολόϊ στον πύργο που είναι σύμβολο της πόλης. Χτίσθηκε το 1901 από τον οθωμανό βεζίρη Kucuk Said Pasha, για την 25η επέτειο του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ του Β'. Το ρολόι ήταν το δώρο του γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Απέναντι από το Ρολόι βρίσκεται το μικρό τέμενος Γιαλί Τζαμί οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα, το Κυβερνητικό Μέγαρο του 1871, καθώς και το Δημαρχείο της πόλης.

Στα 15.000 μαγαζιά του παζαριού οι έμποροι πουλάνε τα πάντα, χωρίς τίποτα να έχει συγκεκριμένη τιμή, γι αυτό και η λέξη «παζάρι» αποκτά το πραγματικό νόημά της. Πουλιά που κελαηδούν στα κλουβιά, μικρές βελούδινες κάπες κεντημένες με πούλιες και στρας για τα αγοράκια που θα κάνουν «σουνέτι». Μοσχοβολάνε τα γλυκά, τα’ αρωματικά χόρτα και το σαλέπι- τριμμένη ρίζα, πανάκριβη που έρχεται από τις εμπόλεμες περιοχές της Μέσης Ανατολής, παστουρμάδες και ντονέρ.

Είπα πριν για το σουνέτι, που είναι κάτι σαν τη δική μας βάφτιση. Φαντάζεστε τη βάπτιση να ξεκινά με τον εθνικό ύμνο και οι καλεσμένοι να έρχονται κορνάροντας και κουνώντας σημαίες. Προπομπός η μουσική και ο πατέρας του παιδιού, που με υπηρηφάνεια δείχνει το αποκοπέν τμήμα του γεννητικού οργάνου του γιού του.

Τέσσερα χιλιόμετρα κάνεις για να περάσεις τις εγκαταστάσεις της Στρατιάς του Αιγαίου. Ευτυχώς, γρήγορα ξεχνάς τους γκρίζους όγκους των πολεμικών πλοίων για να χαρείς τα καραβάκια που πάνε κι έρχονται αδιάκοπα διευκολύνοντας τη συγκοινωνία με τα απέναντι προάστια.

Η Σμύρνη, αλλοτινή πρωτεύουσα της ανατολικής Μεσογείου, «Γκιαούρ Ιζμίρ» για τους Τούρκους, «άπιστη Σμύρνη» δηλαδή, γιατί κάποτε κατοικήθηκε από δεκάδες χιλιάδες «άπιστους» Ρωμιούς, Αρμένηδες, Εβραίους, Φράγκους. Την έλεγαν όμως και «Γκιουζέλ Ιζμίρ», δηλαδή «Ωραία Σμύρνη».

Μια πόλη σταθμός, έπος και θρύλος, μύθος και σύμβολο. Για μένα αυτά τα ταξίδια στη γη των παππούδων μας είναι τέλεση ευλαβικού μνημοσύνου. Η λησμονιά είναι μεγάλο σφάλμα. Οδηγεί στον μαρασμό και την κατάπτωση.

Βόλτα στη Πούντα

To Αλσαντσάκ της Σμύρνης δεν είναι άλλο παρά η θρυλική για τους Έλληνες Πούντα, που οφείλει το όνομά της στο ιταλικό punta (άκρη).
Ένας παππούς από τη Χίο έκανε φιλότιμες προσπάθειες να με πείσει ότι η λέξη προέρχεται από το "πουντιάζω".
Φυσάει, βλέπετε, πολύ στο Αλσαντσάκ.
Και δεν εννοώ τον δροσερό μπάτη.

Στη φωτό, αριστερά, το Αλσαντσάκ, το 1880.

Η Πούντα και ειδικά το βόρειο τμήμα της, που ήταν μια αμμόστρωτη πεδιάδα κάποτε, που κατέκλυζαν το χειμώνα τα νερά της θάλασσας και μάστιζαν οι επιδημίες, ευνοήθηκε διπλά από την πρόσφατη ιστορία του τόπου:
Πρώτον, κατοικήθηκε και αξιοποιήθηκε από εύπορα και μορφωμένα στρώματα του πληθυσμού (Ευρωπαίοι και Έλληνες) και δεύτερον όταν οι φωτιές του 1922, σώριασαν σε φλεγόμενα ερείπια ζωές, σπίτια, περιουσίες και μνήμες, διέφυγε σε σημαντικό ποσοστό την καταστροφή.
Κι επειδή, κατά πως λένε, "ό,τι δεν σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό", αντιστάθηκε με επιτυχία στη συνέχεια στις μπουλντόζες του εκσυγχρονισμού, καταφέροντας να διασώσει μέχρι τις μέρες μας τόσο τη ρυμοτομία της, όσο κι ένα μεγάλο αριθμό κατοικιών.

Eδώ, το επίσημο site της Σμύρνης

Ο καλύτερος τρόπος για να πας στη Σμύρνη είναι να φτάσεις στη Χίο κι από εκεί με καραβάκι απέναντι στο Τσεσμέ και   να πάρεις λεωφορείο ή ταξί για τη  Σμύρνη (85 χλμ., περίπου μιάμιση ώρα).

Οι πειρασμοί είναι τόσοι πολλοί και παντού που όση αυτοσυγκράτηση και να έχει κάποιος …σίγουρα θα αμαρτήσει. Ανάμεσα σε αμέτρητα μικρά και μεγάλα εστιατόρια και ταβέρνες της Σμύρνης αξίζει να γευματίσετε στο Altınkapı Restaurant, βρίσκεται στο Alsancak (1444 Sokak), Konak.

Για πρόχειρο δοκιμάστε σάντουιτς με κοκορέτσι ή με μύδια τηγανητά και σκορδαλιά.

Σμυρνέϊκή κουζίνα: Ατζέμ, γιαουρτλού, ιτς πιλάβ, κιμαλίδικο και χασπουρδού.

Στην Τουρκία το αγαπημένο αφέψημα είναι το τσάι. Παράγεται στην Τραπεζούντα, αλλά καταναλώνεται φανατικά σε όλη τη χώρα. Σερβίρεται σε μικρά ποτηράκια από φυσητό γυαλί.

Τσεσμέ

Το Τσεσμέ είναι μια παραθαλάσσια πόλη με περίπου 45.000 κατ., απέχει από τη Σμύρνη 85 χλμ. και βρίσκεται απέναντι από τη Χίο. Το κάστρο που έχει χτιστεί το 1507 είναι τόσο υπερβολικά «αναπαλαιωμένο», που μπορεί να το μπερδέψει κανείς με χολιγουντιανό σκηνικό.

Η παλιά εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, παρατημένη στη μανία του χρόνου, πρόσφατα έγινε εκθεσιακός χώρος. Θύμα μιας δύσκολης συνύπαρξης.

Η ευρύτερη περιοχή σχηματίζει την χερσόνησο Καραμπορούν. Σε σχετικά κοντινή απόσταση βρίσκονται τα Λίτζα, πολυσύχναστη λουτρόπολη με θερμοπηγές.

Πριν από την Μικρασιατική καταστροφή οι Έλληνες κάτοικοί της την ονομαζόταν Κρήνη. Είναι χαρακτηριστικό πως οι παλιότεροι κάτοικοι λεγόταν Μωραίτες, επειδή κατάγονται από Τούρκους της Πελοποννήσου που μετανάστευσαν εκεί μετά την Επανάσταση του 1821.

Το Τσεσμέ ήταν άλλοτε έδρα ορθόδοξης επισκοπής που το 1903 έγινε μητρόπολη. Το  κάστρο της πόλης ανάγεται στον 14ον αιώνα, όταν οι κάτοικοί του είχαν αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με τη Γένοβα . Το Τσεσμέ είναι επίσης γνωστό στην ιστορία από μια ναυμαχία που έγινε, στη διάρκεια των Ρωσοτουρκικών συγκρούσεων του 18ου αι.

Φημισμένα είναι στην περιοχή τα χιώτικα πρόβατα (Sakız koyunu= χιώτικο πρόβατο), ενώ η προσπάθεια των κατοίκων για την καλλιέργεια της χιώτικης μαστίχας απέτυχε παταγωδώς.

Στη συντριπτική πλειοψηφία οι ντόπιοι απασχολούνται στις τουριστικές επιχειρήσεις.

Από το Τσεσμέ μέχρι το Αλάτσατε, είκοσι λεπτά δρόμο, εκατοντάδες πανομοιότυπες παραθεριστικές κατοικίες, βίλες και πολυτελή ξενοδοχεία. Από τον Τσεσμέ περνούν κάθε χρόνο 20.000 τουρίστες. Το Αλάτσατε είναι αμιγώς ελληνικό χωριό, που εκκενώθηκε την περίοδο των ανταλλαγών. Μια βόλτα στα στενά σοκάκια είναι απαραίτητη, η θέα των παλιών μπαλκονιών προσφέρεται για εσωτερικούς ιστορικούς μονολόγους.

Εδώ, σχετικό άρθρο για τα Βουρλά του Γιώργου Σεφέρη.

Παρακάτω 3 video του enlefkotv για την Σμύρνη.



Σχετικά θέματα από την Τουρκία:

Πριγκηπόννησα χωρίς πρίγκηπες

Bodrum, σημαία τουριστικής ευμάρειας

Καππαδοκία, η γη των θρύλων

Στη Ντάτσα και το Ακγιακά

Στη δοξασμένη Πέργαμο

Κλικ στην Αδριανούπολη

Ίμβρος, το ουράνιο νησί

Λιβίσι, το χωριό - φάντασμα